κυρός

I
(τέλη 7ου – αρχές 8ου αι. μ.Χ.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (706−711). Αναγορεύτηκε πατριάρχης από τον Ιουστινιανό Β’, μετά τη δεύτερη εξορία του οποίου ο αυτοκρατορικός θρόνος περιήλθε στον Αρμένιο Φιλιππικό. Ο τελευταίος, αιρετικός μονοθελήτης, καθαίρεσε τον Κ. από τον πατριαρχικό θρόνο το 711 και τον περιόρισε στη μονή της Χώρας (Καχριέ τζαμί). Στη θέση του διόρισε τον Ιωάννη ΣΤ’, διάκονο του πατριαρχείου, επίσης μονοθελήτη.
II
(; – 642 μ.Χ.). Πατριάρχης Αλεξανδρείας (631−642). Στις αρχές του 7ου αι. ήταν επίσκοπος στη Λαζική, αλλά όταν ξέσπασαν οι διαμάχες μεταξύ μονοφυσιτών και ορθοδόξων και ο αυτοκράτορας Ηράκλειος άρχισε να ανησυχεί, επειδή οι μονοφυσίτες συμμαχούσαν με τους εχθρούς του Βυζαντίου, ζητήθηκε από τον Κ. να αναλάβει τον πατριαρχικό θρόνο με την ελπίδα ότι θα κατάφερνε να συμβιβάσει τις δύο αντίπαλες παρατάξεις. Πραγματικά, ο Κ. εργάστηκε με ζήλο προς αυτή την κατεύθυνση και τελικά έπεισε τους περισσότερους μονοφυσίτες να υπογράψουν το 631 ομολογία πίστης στην ορθοδοξία. Η ομολογία αυτή περιλάμβανε 9 όρους, από τους οποίους ο έβδομος ήταν διφορούμενος και έμμεσα καταδίκαζε απόλυτα τον μονοφυσιτισμό. Κατά τον Κ., οι πολιτικές περιστάσεις απαιτούσαν έναν ελιγμό του είδους για να υπογράψουν την ομολογία και μονοφυσίτες που δεν κατανοούσαν τη δογματική φρασεολογία του κειμένου. Έτσι, τυπικά, με την πληθώρα εκείνων που υπέγραψαν την ομολογία, ο μονοφυσιτισμός φαινόταν να έχει περιπέσει σε μαρασμό.
Όταν όμως ανήλθε στον θρόνο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ο Σωφρόνιος, συγκάλεσε τη σύνοδο που καταδίκασε την ομολογία που είχε συντάξει ο Κ. και η διαμάχη εξακολούθησε. Ο Ηράκλειος για να αντιδράσει κοινοποίησε το 638 Έκθεση, με την οποία επέβαλε ως μόνη ορθή άποψη εκείνη για τη μία θέληση του Ιησού. Την έκθεση επιδοκίμασε ο Κ., αλλά οι Κόπτες (μονοφυσίτες) της Αιγύπτου ξεσηκώθηκαν, ενώ παράλληλα οι Άραβες, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, βάδισαν εναντίον της Αιγύπτου. Ο Κ., προσπαθώντας να συνθηκολογήσει με ευνοϊκούς όρους με τον Άραβα Ομάρ, υποσχέθηκε να του δώσει για σύζυγο την κόρη του βυζαντινού αυτοκράτορα. Μόλις έγινε γνωστό το γεγονός αυτό στην Κωνσταντινούπολη, ο Κ. ανακλήθηκε στην πρωτεύουσα και φυλακίστηκε. Μετά τον θάνατο του Ηράκλειου, ο Κ. αποφυλακίστηκε και επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, την οποία πολιορκούσαν οι Άραβες. Τελικά, ολόκληρη η Αίγυπτος παραδόθηκε στους Άραβες και έναν χρόνο αργότερα ο Κ. πέθανε. Από τότε οι Κόπτες αποτέλεσαν ιδιαίτερη Εκκλησία. Ουσιαστικά όλη η υπόθεση είχε πολιτικό υπόβαθρο. Οι Αιγύπτιοι μονοφυσίτες ήταν δηλαδή αντίθετοι προς τη βυζαντινή κατοχή της χώρας τους. Γι’ αυτό και όσοι Αιγύπτιοι παρέμειναν πιστοί στην ορθοδοξία ήταν πιστοί και προς το Βυζάντιο. Οι τελευταίοι ονομάστηκαν μελχίτες, δηλαδή βασιλικοί, αυτοκρατορικοί.
III
Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Βλ. λ. Ανάργυροι, άγιοι. Όνομα γιατρών, αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας (2.).
2. Ασκητής. Η μνήμη του τιμάται στις 9 Ιουνίου.
IV
Όνομα τριών ηγεμόνων της αρχαίας Περσίας.
1. Κ. Α’ (7ος αι. π.Χ.). Βασιλιάς των Περσών (640;−600 π.Χ.). Ήταν γιος του Τεΐσπη και εγγονός του Αχαιμένη, γενάρχη της πρώτης περσικής δυναστείας των Αχαιμενιδών, που είχε την έδρα της στο Ελάμ. Γιος του Κ. Α’ ήταν ο Καμβύσης Α’, πατέρας του Κύρου Β’, του Μεγάλου.
2. Κ. Β’, ο Μέγας (; – 528 π.Χ.). Βασιλιάς των Μήδων και των Περσών (549−528 π.Χ.). Καταγόταν από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών και υπήρξε ο δημιουργός της περσικής δύναμης. Γιος του Καμβύση, βασιλιά των Περσών, και της Μανδάνης, κόρης του βασιλιά των Μήδων Αστυάγη, συγκέντρωσε γύρω του τους Πέρσες εθνικιστές που είχαν εξεγερθεί εναντίον της ηγεμονίας των Μήδων και, αφού κατέλυσε το βασίλειο του παππού του, Αστυάγη, ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Μήδων και των Περσών το 549. Εγκατέστησε την πρωτεύουσά του στα Σούσα και κατέστρωσε ένα φιλόδοξο σχέδιο επέκτασης, η εφαρμογή του οποίου ξεκίνησε με επίθεση εναντίον της Λυδίας. Το 546 ο Κ. Β’ κατατρόπωσε τον βασιλιά της Λυδίας, Κροίσο –που είχε οργανώσει αντιπερσική συμμαχία με τον βασιλιά της Βαβυλωνίας και τον φαραώ της Αιγύπτου–, και εισέβαλε θριαμβευτικά στις Σάρδεις. Σε σύντομο χρονικό διάστημα όλες οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας έγιναν υποτελείς των Περσών. Έπειτα από μια επιτυχή εκστρατεία στην Ανατολή, που κατέληξε στην κατάκτηση της Βακτριανής και της Σογδιανής, ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των Βαβυλωνίων και το 539 ανέτρεψε τον τελευταίο Χαλδαίο βασιλιά Ναβονίδη, καταλαμβάνοντας στη συνέχεια τη Συρία, την Παλαιστίνη και τη Φοινίκη. Πέθανε κατά τη διάρκεια εκστρατείας εναντίον των Μασσαγετών, αφήνοντας στον γιο του, Καμβύση, την απέραντη και ισχυρή αυτοκρατορία που κατόρθωσε να δημιουργήσει, να την κυβερνήσει με σύνεση αλλά και το καθήκον να κατακτήσει την Αίγυπτο. Επιδιώκοντας να κερδίσει τη συμπάθεια των ηττημένων, έδειξε μεγάλη ανοχή προς τα έθιμα των λαών που υπέταξε και επέτρεψε στους Εβραίους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους από τη βαβυλωνιακή αιχμαλωσία. Λαμπρός οργανωτής, κατάργησε κάθε μορφή υποτελούς βασιλείου και κατένειμε την αυτοκρατορία σε σατραπείες, τις οποίες επέβλεπε ο μονάρχης. Ευνόησε τις συγκοινωνίες, ενισχύοντας και διευρύνοντας το οδικό δίκτυο και την ανάπτυξη των πόλεων, ανακαινίζοντας τα Σούσα, τη Βαβυλώνα και τα Εκβάτανα και ιδρύοντας τη νέα πρωτεύουσα Περσέπολη και την Κτησιφώντα στις όχθες του Τίγρη. Η μορφή του παρουσιάζεται ως λαμπρό δείγμα σοφίας και πολιτισμού στο έργο Κύρου Παιδεία του Ξενοφώντα.
3. Κ. ο Νεότερος (424; – Κούναξα 401 π.Χ.). Πέρσης πρίγκιπας, γιος του Αχαιμενίδη βασιλιά Δαρείου Β’ και της Παρυσάτιδας. Όταν έπειτα από τις νίκες του Αλκιβιάδη ο Δαρείος Β’ αποφάσισε να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον των Αθηναίων και να υποστηρίξει τους Σπαρτιάτες, έστειλε το 408 τον νεαρό πρίγκιπα στη Μικρά Ασία ως σατράπη της Λυδίας, της Φρυγίας και της Καππαδοκίας. Ο Κ. ενίσχυσε τους Σπαρτιάτες, έχοντας ίσως από τότε τη μυστική ελπίδα (που τη συμμεριζόταν και η μητέρα του) να εξασφαλίσει τη βοήθεια της Σπάρτης για την πραγματοποίηση του σχεδίου του, να καταλάβει δηλαδή τον θρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του, παραμερίζοντας τον μεγαλύτερο αδελφό του, Αρσάκη. Βρήκε τον καταλληλότερο σύμμαχο στο πρόσωπο του Σπαρτιάτη στρατηγού Λύσανδρου, ο οποίος από την πλευρά του έλπιζε ότι με την υποστήριξη του μελλοντικού βασιλιά της Περσίας, θα μπορούσε να γίνει απόλυτος κυρίαρχος ολόκληρης της Ελλάδας. Όταν το 405 ο Δαρείος αρρώστησε και κάλεσε τον Κ. κοντά στο κρεβάτι του θανάτου του, αυτός άφησε στον Λύσανδρο όλους τους θησαυρούς του και έφυγε για την Περσία. Έπειτα από την απόπειρά του να δολοφονήσει τον αδελφό του –που είχε γίνει βασιλιάς της Περσίας με το όνομα Αρταξέρξης Β’– το 404, παρά τις κατηγορίες του Τισσαφέρνη, ο Κ. κατάφερε με τη μεσολάβηση της μητέρας του να αποσπάσει τη συγχώρεση του αδελφού του και να αναλάβει πάλι τη σατραπεία της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Κ. συνέχισε τις μηχανορραφίες εναντίον του αδελφού του με τη βοήθεια των Σπαρτιατών. Την άνοιξη του 401 ο Κ. ξεκίνησε με μεγάλο στρατό από τις Σάρδεις, χωρίς να καθορίσει τους σκοπούς της εκστρατείας του, και κατόρθωσε να πείσει τους Σπαρτιάτες –παρά τους δισταγμούς τους για τη διάρκεια και τους κινδύνους μιας εκστρατείας στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας– να του προσφέρουν ένα απόσπασμα 700 αντρών. Ο Αρταξέρξης πληροφορήθηκε τους σκοπούς του αδελφού του μόλις την τελευταία στιγμή και συγκέντρωσε βιαστικά στρατό. Ο Κ. προέλασε έως τη Βαβυλωνία χωρίς να συναντήσει εχθρικά στρατεύματα· σε μια μάχη όμως κοντά στα Κούναξα ηττήθηκε και σκοτώθηκε. Ο περσικός στρατός δεν τόλμησε να επιτεθεί αμέσως εναντίον των Ελλήνων, οι οποίοι κατόρθωσαν ύστερα από πολλές περιπέτειες (οι Πέρσες προσπάθησαν πραγματικά να τους παρασύρουν πέρα από τον Τίγρη για να τους εξολοθρεύσουν στη συνέχεια με προδοσία) να φτάσουν στον Εύξεινο Πόντο με την περίφημη κάθοδο, την οποία απαθανάτισε στο σχετικό έργο του ο Ξενοφών (Κάθοδος των Μυρίων). Ο Κ. εξυμνείται ιδιαίτερα από τις ελληνικές πηγές (οι περσικές ουσιαστικά τον αγνοούν) και πιθανολογείται ότι διέθετε στρατιωτικές και διοικητικές ικανότητες πολύ μεγαλύτερες από εκείνες του πρεσβύτερου αδελφού του, επί της βασιλείας του οποίου άρχισε η παρακμή της μεγάλης Περσικής αυτοκρατορίας.
Τα ερείπια του ανακτόρου του βασιλιά των Περσών Κύρου B’ του Μεγάλου στις Πασαργάδες, αδιάψευστοι μάρτυρες του παλαιού μεγαλείου της.
Ο τάφος του Κύρου του Μεγάλου στις Πασαργάδες.
* * *
κυρός, ὁ (Μ)
βλ. κύρης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κῦρος — the elder Cyrus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κῦρος — the elder Cyrus neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύρος — I (τέλη 7ου – αρχές 8ου αι. μ.Χ.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (706−711). Αναγορεύτηκε πατριάρχης από τον Ιουστινιανό Β’, μετά τη δεύτερη εξορία του οποίου ο αυτοκρατορικός θρόνος περιήλθε στον Αρμένιο Φιλιππικό. Ο τελευταίος, αιρετικός… …   Dictionary of Greek

  • κύρος — [кирос] ουσ. о. важный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κύρος — το ους 1. ισχύς από λόγους προσωπικής αξίας, ειδικότητας ή θέσης. 2. νομική ισχύς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κύρος ο Πανοπολίτης — (Πανόπολη Αιγύπτου ; – Κωνσταντινούπολη 457). Βυζαντινός ποιητής και αξιωματούχος. Καταγόταν από την Αίγυπτο, έζησε όμως στην Κωνσταντινούπολη όπου διορίστηκε έπαρχος (439). Με την εύνοια της αυτοκράτειρας Ευδοκίας, συζύγου του Θεοδοσίου Β’,… …   Dictionary of Greek

  • Φέρι, Κύρος — (Ferri, Ρώμη 1634 – 1689). Ιταλός ζωγράφος. Ήταν μαθητής του Π. Κορτόνα και συνεργάστηκε μαζί του πρώτα στη Ρώμη και στη συνέχεια, από το 1659, στη Φλωρεντία στο ανάκτορο Πίτι. Μετά από τον θάνατο του δασκάλου του αποτελείωσε τη διακόσμηση των… …   Dictionary of Greek

  • Κῦρε — Κῦρος the elder Cyrus masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κῦροι — Κῦρος the elder Cyrus masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κῦρον — Κῦρος the elder Cyrus masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.